Η συμμόρφωση με τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων (ΓΚΠΔ) δεν είναι απλώς μια νομική υποχρέωση ούτε ένας φάκελος εγγράφων που ετοιμάζεται μία φορά και παραμένει στο αρχείο. Είναι ένας διαρκής μηχανισμός οργάνωσης, ελέγχου και λογοδοσίας, ο οποίος πρέπει να συνδέεται με τον τρόπο που μια επιχείρηση συλλέγει, χρησιμοποιεί, αποθηκεύει, διαβιβάζει και προστατεύει τα προσωπικά δεδομένα.
Στην πράξη, πολλές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν το GDPR αποσπασματικά: πολιτικές απορρήτου χωρίς πραγματική αντιστοίχιση με τις διαδικασίες, έντυπα συγκατάθεσης χωρίς σαφή σκοπό, αρχεία δραστηριοτήτων που δεν ενημερώνονται, τεχνικά μέτρα που δεν έχουν αξιολογηθεί και συνεργάτες που επεξεργάζονται δεδομένα χωρίς επαρκή έλεγχο. Το αποτέλεσμα είναι μια συμμόρφωση που υπάρχει στα χαρτιά, αλλά δεν αντέχει σε ουσιαστική εξέταση.
Στη Be Advised Consulting προσεγγίζουμε την προστασία προσωπικών δεδομένων ως μέρος της συνολικής διαχείρισης επιχειρηματικού κινδύνου. Δεν εξετάζουμε μόνο τι προβλέπει ο Κανονισμός. Εξετάζουμε πώς λειτουργεί πραγματικά η επιχείρηση: ποια δεδομένα συλλέγει, από ποια σημεία εισόδου, με ποια νομική βάση, ποιος έχει πρόσβαση, πού αποθηκεύονται, για πόσο χρόνο διατηρούνται, με ποιους διαβιβάζονται και ποια τεχνικά και οργανωτικά μέτρα εφαρμόζονται για την προστασία τους.
Η συμμόρφωση δεν μπορεί να αξιολογηθεί σωστά χωρίς κατανόηση της τεχνολογικής υποδομής. Τα πληροφοριακά συστήματα, οι χρήστες, τα δικαιώματα πρόσβασης, τα αντίγραφα ασφαλείας, οι cloud υπηρεσίες, τα ERP, τα email, οι ιστοσελίδες και οι εξωτερικοί πάροχοι αποτελούν κρίσιμα σημεία ελέγχου. Για τον λόγο αυτό, η εμπειρία μας σε IT και ERP ενισχύει ουσιαστικά την ποιότητα της αξιολόγησης και της εφαρμογής των μέτρων συμμόρφωσης.
Η υποστήριξή μας περιλαμβάνει την αποτύπωση των ροών προσωπικών δεδομένων, την αξιολόγηση υφιστάμενων διαδικασιών, τη δημιουργία ή επικαιροποίηση των απαραίτητων πολιτικών και εγγράφων, την οργάνωση αρχείων δραστηριοτήτων επεξεργασίας, την αξιολόγηση συνεργατών και εκτελούντων την επεξεργασία, καθώς και την καθοδήγηση της επιχείρησης ως προς τα κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνουμε στην πρακτική εφαρμογή. Ένα σωστό πλαίσιο συμμόρφωσης πρέπει να μπορεί να εφαρμοστεί από τους ανθρώπους της επιχείρησης στην καθημερινή λειτουργία της. Δεν έχει αξία να παραδοθεί ένα περίπλοκο σύνολο εγγράφων που κανείς δεν χρησιμοποιεί. Αξία έχει να υπάρχουν καθαρές διαδικασίες, σαφείς ρόλοι, τεκμηριωμένες αποφάσεις και πραγματική δυνατότητα απόδειξης ότι η επιχείρηση γνωρίζει και ελέγχει τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται προσωπικά δεδομένα.
Η συνεργασία μας δεν ολοκληρώνεται με την παράδοση ενός φακέλου συμμόρφωσης. Εκεί ουσιαστικά αρχίζει. Οι δραστηριότητες μιας επιχείρησης μεταβάλλονται, τα συστήματα αλλάζουν, νέοι συνεργάτες προστίθενται, νέες υπηρεσίες δημιουργούνται και νέοι κίνδυνοι εμφανίζονται. Γι’ αυτό η προστασία προσωπικών δεδομένων χρειάζεται παρακολούθηση, επικαιροποίηση και ουσιαστική καθοδήγηση στον χρόνο.
Για εμάς, σωστή συμμόρφωση δεν είναι αυτή που δείχνει πλήρης μόνο σε μια λίστα ελέγχου. Είναι αυτή που μπορεί να εξηγηθεί, να εφαρμοστεί, να τεκμηριωθεί και να αντέξει όταν πραγματικά ελεγχθεί.

Η συμμόρφωση με τον ΓΚΠΔ δεν είναι ένα έγγραφο ή μια μεμονωμένη ενέργεια, αλλά μια συνεχής διαδικασία. Η επιχείρηση πρέπει να γνωρίζει ποια προσωπικά δεδομένα συλλέγει, για ποιον σκοπό, με ποια νομική βάση, ποιος έχει πρόσβαση σε αυτά και για πόσο χρόνο τα διατηρεί. Παράλληλα χρειάζεται να διαθέτει τις κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες, να ενημερώνει σωστά πελάτες, εργαζομένους και συνεργάτες, να εφαρμόζει τεχνικά και οργανωτικά μέτρα ασφάλειας και να μπορεί να ανταποκρίνεται σε αιτήματα άσκησης δικαιωμάτων ή σε περιστατικά παραβίασης δεδομένων. Η ουσιαστική συμμόρφωση πρέπει να αποτυπώνεται στον πραγματικό τρόπο λειτουργίας της επιχείρησης και όχι μόνο σε έγγραφα.
Όχι. Η συγκατάθεση είναι μόνο μία από τις νόμιμες βάσεις επεξεργασίας που προβλέπει ο ΓΚΠΔ. Ανάλογα με την περίπτωση, η επεξεργασία μπορεί να βασίζεται στην εκτέλεση σύμβασης, σε νομική υποχρέωση της επιχείρησης, στην προστασία ζωτικού συμφέροντος, στην εκτέλεση καθήκοντος δημοσίου συμφέροντος ή σε έννομο συμφέρον. Το κρίσιμο είναι να επιλέγεται η σωστή νομική βάση για κάθε σκοπό επεξεργασίας και να υπάρχει η απαραίτητη τεκμηρίωση. Η χρήση συγκατάθεσης εκεί όπου δεν είναι πραγματικά κατάλληλη μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα αντί να προσφέρει μεγαλύτερη ασφάλεια συμμόρφωσης.
Τα φυσικά πρόσωπα έχουν συγκεκριμένα δικαιώματα απέναντι στην επιχείρηση που επεξεργάζεται τα δεδομένα τους. Ανάλογα με την περίπτωση, μπορούν να ζητήσουν ενημέρωση και πρόσβαση στα δεδομένα τους, διόρθωση ανακριβών στοιχείων, διαγραφή, περιορισμό της επεξεργασίας, εναντίωση ή φορητότητα των δεδομένων. Η επιχείρηση πρέπει να διαθέτει σαφή διαδικασία για την παραλαβή, αξιολόγηση και έγκαιρη απάντηση σε τέτοια αιτήματα, χωρίς να εφαρμόζει μηχανικά κάθε αίτημα αλλά ελέγχοντας αν και σε ποιο βαθμό το συγκεκριμένο δικαίωμα εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Δεν είναι υποχρεωτικό για κάθε επιχείρηση να ορίσει DPO. Η υποχρέωση προκύπτει κυρίως όταν οι βασικές δραστηριότητες περιλαμβάνουν συστηματική και εκτεταμένη παρακολούθηση φυσικών προσώπων ή επεξεργασία μεγάλης κλίμακας ειδικών κατηγοριών δεδομένων, όπως δεδομένα υγείας, ή δεδομένων που αφορούν ποινικές καταδίκες και αδικήματα. Ακόμη και όταν δεν υπάρχει νομική υποχρέωση, μια επιχείρηση μπορεί να επιλέξει να έχει εξωτερική ή εσωτερική υποστήριξη σε θέματα προστασίας δεδομένων, εφόσον η φύση και η πολυπλοκότητα της δραστηριότητάς της το δικαιολογούν. Σημαντικό είναι να αξιολογείται σωστά αν απαιτείται DPO και να μην γίνεται ορισμός μόνο τυπικά, χωρίς πραγματικό ρόλο και αρμοδιότητες.
Το αρχείο δραστηριοτήτων επεξεργασίας είναι η οργανωμένη καταγραφή του τρόπου με τον οποίο η επιχείρηση επεξεργάζεται προσωπικά δεδομένα. Περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τους σκοπούς της επεξεργασίας, τις κατηγορίες δεδομένων και φυσικών προσώπων, τους αποδέκτες, τους χρόνους διατήρησης και τα βασικά μέτρα προστασίας. Δεν είναι απλώς ένα τυπικό έγγραφο· λειτουργεί ως βασικό εργαλείο χαρτογράφησης και τεκμηρίωσης της συμμόρφωσης. Η υποχρέωση τήρησής του εξαρτάται από τη φύση, την έκταση και τη συστηματικότητα της επεξεργασίας, αλλά στην πράξη είναι ιδιαίτερα χρήσιμο για κάθε επιχείρηση που θέλει να γνωρίζει και να αποδεικνύει πώς διαχειρίζεται τα προσωπικά δεδομένα.
Όταν μια επιχείρηση αναθέτει σε εξωτερικό συνεργάτη την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, πρέπει να είναι ξεκάθαρο ποιος έχει ποιον ρόλο και ποιες είναι οι υποχρεώσεις κάθε πλευράς. Συνήθως απαιτείται κατάλληλη σύμβαση επεξεργασίας δεδομένων, στην οποία καθορίζονται ο σκοπός της επεξεργασίας, τα είδη δεδομένων, τα μέτρα ασφάλειας, οι υποχρεώσεις εμπιστευτικότητας και ο τρόπος διαχείρισης τυχόν περιστατικών παραβίασης. Παράλληλα, η επιχείρηση πρέπει να αξιολογεί αν ο συνεργάτης εφαρμόζει επαρκή τεχνικά και οργανωτικά μέτρα και αν υπάρχουν τυχόν διαβιβάσεις δεδομένων εκτός Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου που απαιτούν πρόσθετες εγγυήσεις.
Σε περίπτωση παραβίασης προσωπικών δεδομένων, η επιχείρηση πρέπει πρώτα να περιορίσει το περιστατικό, να εντοπίσει τι ακριβώς συνέβη και να αξιολογήσει ποια δεδομένα και ποια φυσικά πρόσωπα επηρεάζονται. Στη συνέχεια πρέπει να εκτιμηθεί ο κίνδυνος για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των προσώπων και, όπου απαιτείται, να γίνει γνωστοποίηση στην αρμόδια εποπτική αρχή εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χρειάζεται και ενημέρωση των ίδιων των υποκειμένων των δεδομένων. Το περιστατικό πρέπει επίσης να καταγράφεται και να αξιοποιείται για τη βελτίωση των τεχνικών και οργανωτικών μέτρων της επιχείρησης.